βρίζα

βρίζα, ,
A rye, Secale cereale, in Thrace and Macedonia, Gal.6.514. (Probably a Thracian word, cognate with Lith. rugiai 'rye', Engl. rye, etc.)
II [dialect] Aeol. for ῥίζα, A.D. Adv.157.20, Greg.Cor.p.576 S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρίζα — βρίζᾱ , βρίζα rye fem nom/voc/acc dual βρίζᾱ , βρίζα rye fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζα — η (AM βρίζα) είδος δημητριακού που μοιάζει με τη σίκαλη. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. θρακικής ή μακεδονικής προελεύσεως] …   Dictionary of Greek

  • βρίζα — η η σίκαλη, είδος δημητριακού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σίκαλη ή βρίζα — (ΣίκαλIς η σιτηρά). Ετήσιο σιτηρό της οικογένειας των Αγρωστιδών ή Γραμινιδών (μονοκοτυλήδονα). Καλλιεργείται σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, σε μερικές μάλιστα (Τσεχοσλοβακία, Γερμανία, Πολωνία) υπερβαίνει και την καλλιέργεια του σταριού, επειδή… …   Dictionary of Greek

  • βρίζαν — βρίζᾱν , βρίζα rye fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζη — βρίζα rye fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίζης — βρίζα rye fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • брица — куриное просо, Panicum Crus Galli , болг. брица – сорт пшеницы, из *бърица, которое связано с бор пшено (*бъръ); созвучие с фрак. βρίζα случайно; иначе см. Младенов 45 …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • рожь — род. п. ржи, укр. рож, др. русск. ръжь, болг. ръж, сербохорв. ра̑ж, род. п. ра̏жи, словен. rеž, rž, род. п. ržȋ, чеш. rеž, род. п. rži, слвц. rаž, польск. reż, в. луж. rоž, н. луж. rеž, полаб. raz. Родственно лит. rugỹs рожь , лтш. rudzis, др …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • αμάραντος — Γένος φυτών της οικογένειας των αμαραντιδών (δικοτυλήδονα), με 50 είδη που ζουν στις θερμές χώρες. Φυτά ποώδη, μονοετή ή πολυετή, αποκτούν συχνά αρκετό μέγεθος, έχουν φύλλα επαλλάσσοντα και άνθη αρρενοθήλεα ή διαφορετικού φύλου αλλά μόνοικα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.